κακοβουλία


κακοβουλία
κακοβουλίᾱ , κακοβουλία
ill-advisedness
fem nom/voc/acc dual
κακοβουλίᾱ , κακοβουλία
ill-advisedness
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κακοβουλίᾳ — κακοβουλίᾱͅ , κακοβουλία ill advisedness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακοβουλία — η (AM κακοβουλία) [κακόβουλος] το να είναι κανείς κακόβουλος, εμπάθεια, μοχθηρία …   Dictionary of Greek

  • κακοβουλίας — κακοβουλίᾱς , κακοβουλία ill advisedness fem acc pl κακοβουλίᾱς , κακοβουλία ill advisedness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακοβουλίαν — κακοβουλίᾱν , κακοβουλία ill advisedness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακοβουλίαις — κακοβουλία ill advisedness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • злосоветие — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (κακοβουλία) злое намерение, злоумышление …   Словарь церковнославянского языка

  • κακοβουλοσύνη — κακοβουλοσύνη, ἡ (Α) [κακόβουλος] κακοβουλία* …   Dictionary of Greek

  • καταχθονιότητα — η δολιότητα, κακοβουλία, κατεργαριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καταχθόνιος. Η λ., στον λόγιο τ. καταχθονιότης, μαρτυρείται από το 1865 στο περιοδικό σύγγραμμα (Νέα) Πανδώρα] …   Dictionary of Greek

  • ՉԱՐԱԽՈՀՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 0565 Chronological Sequence: Unknown date, 14c գ. κακοφροσύνη, κακοβουλία, δυσβουλία, ἁβουλία mala mens, insana opinio, temeritas. Չար եւ անօրէն խորհուրդ. անտեղի մտածութիւն. յանդգնութիւն. անմտութիւն. *Եթէ ըստ ոմանց չարախոհութեանն ի բաց… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)